Μετάβαση στο περιεχόμενο

cotation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cotation cotations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cotation (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη coter