cotte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cotte cottes

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cotte (fr) θηλυκό

  1. παλτό
  2. φόρμα (εργασίας)