Μετάβαση στο περιεχόμενο

couardise

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
couardise < couard

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
couardise couardises

couardise (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]