couler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

couler < λατινική colare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ku.le/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

couler (fr)

  • (μεταβατικό)
  1. βυθίζω
    la torpille a coulé le cargo - η τορπίλλη βύθισε το φορτηγό πλοίο
  2. χύνω σε καλούπι
    on coule des soldats dans du plomb - φτιάχνουν μολυβένια στρατιωτάκια
  • (αμετάβατο)
  1. βυθίζομαι
    le bateau a coulé - το πλοίο βυθίστηκε
  2. κυλώ, ρέω
    le vin coule à flots - το κρασί ρέει σε μεγάλες ποσότητες
    la Seine coule dans le bassin parisien - ο Σηκουάνας κυλά στο λεκανοπέδιο του Παρισιού
  3. χύνομαι
    la dalle du sous-sol est enfin coulée - το πάτωμα του υπογείου επιτέλους χύθηκε (έφτιαξαν το μπετόν)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]