coulisse

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
coulisse coulisses

coulisse (fr) θηλυκό

  1. μηχανισμός που επιτρέπει το σύρσιμο ενός κινητού εξαρτήματος
  2. το ίδιο το εξάρτημα που σύρεται
  3. εξάρτημα που επιτρέπει την αναστροφή του ατμού μιας μηχανής
  4. στρίφωμα ενός ενδύματος ή ένα ύφασμα μέσα στο οποίο μπορεί να περαστεί ένας σπάγγος ή ένα κουρτινόξυλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]