Μετάβαση στο περιεχόμενο

counterargument

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
counterargument counterarguments

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
counterargument < counter- + argument

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

counterargument (en)

  • το αντεπιχείρημα
    παράδειγμα  His counterargument was neither strong nor apt enough to weaken our own argumentation.
    Το αντεπιχείρημά του δεν ήταν ούτε αρκετά ισχυρό ούτε εύστοχο για να κλονίσει τη δική μας επιχειρηματολογία.