couramment

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

couramment < → δείτε τις λέξεις: courant και -amment

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ʁa.mɑ̃/

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

couramment (fr)

  1. γρήγορα, τέλεια, άνετα
    il parle l'anglais couramment - μιλάει τα αγγλικά τέλεια