Μετάβαση στο περιεχόμενο

coursier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coursier coursiers

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

coursier (fr) αρσενικό