courtesy
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| courtesy | courtesies |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- courtesy < μέση αγγλική curteisie
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]courtesy (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| courtesy | courtesies |
courtesy (en)