Μετάβαση στο περιεχόμενο

courtisanerie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
courtisanerie < courtisannerie < courtisan

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kuʁ.ti.zan.ʁi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
courtisanerie courtisaneries

courtisanerie (fr) θηλυκό

(παρωχημένο)

  1. η κολακεία
     συνώνυμα: adulation, flagornerie, flatterie
  2. η συμπεριφορά της εταίρας

Συγγενικά

[επεξεργασία]