Μετάβαση στο περιεχόμενο

courtyard

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
courtyard courtyards

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
courtyard < court + yard

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

courtyard (en)