Μετάβαση στο περιεχόμενο

couvée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
couvée couvées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

couvée (fr) θηλυκό

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
couvée couvées

couvée (fr)