couvercle

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

couvercle 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
couvercle couvercles

couvercle (fr) αρσενικό

  1. το καπάκι, το πώμα, το σκέπασμα
    δείτε τις λέξεις: bouchon και capuchon