crédence

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
crédence crédences

crédence (fr) θηλυκό

  1. η πιατοθήκη