Μετάβαση στο περιεχόμενο

cranky

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cranky < crank + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός cranky
συγκριτικός crankier
υπερθετικός crankiest

cranky (en) (ανεπίσημο)

  • εκνευρισμένος, στραβωμένος
    παράδειγμα  Sorry, today I’m a little bit cranky because I didn’t sleep well.
    Συγγνώμη, σήμερα είμαι λίγο εκνευρισμένος/στραβωμένος γιατί δεν κοιμήθηκα καλά.