craphole

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

craphole (en) (αργκό), (χυδαίο)

  1. κουραδότρυπα, κωλότρυπα, κωλοτρυπίδα
  2. (μεταφορικά) για μισητό άνθρωπο, ο παλιομαλάκας, ο καριόλης