Μετάβαση στο περιεχόμενο

crappy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός crappy
συγκριτικός crappier
υπερθετικός crappiest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
crappy < crap + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

crappy (en) (αργκό, λίγο χυδαίο)

  1. χάλια, μάπα, κακής ποιότητας
    παράδειγμα  We had a crappy time. We’re not going to the same place again for vacation.
    Περάσαμε χάλια. Δε θα ξαναπάμε στο ίδιο μέρος για διακοπές.
    παράδειγμα  That is such a crappy car. What a piece of junk!
    Αυτό είναι τόσο μάπα αμάξι. Τι σαράβαλο!
  2. χάλια, πεσμένος
    παράδειγμα  I’m feeling really crappy – I think I need some fresh air.
    Νιώθω πολύ χάλια – νομίζω ότι χρειάζομαι λίγο καθαρό αέρα.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]