Μετάβαση στο περιεχόμενο

crave

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας crave
γ΄ ενικό ενεστώτα craves
αόριστος craved
παθητική μετοχή craved
ενεργητική μετοχή craving

crave (en)