Μετάβαση στο περιεχόμενο

creditworthiness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
creditworthiness < creditworthy + -ness

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

creditworthiness (en) (μη μετρήσιμο)

  • (οικονομία) η πιστοληπτική ικανότητα
    παράδειγμα  Fitch downgraded Great Britain’s creditworthiness rating to “AA+” from “AAA”.
    Η Fitch υποβάθμισε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Μ. Βρετανίας σε "ΑΑσυν" από "ΑΑΑ".