cresco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cresco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (αυξάνω). Συγγενές με τα (λατινικά) creo, Ceres, (αρχαία ελληνική ) κόρη, κούρος και (παλαιά αρμενικά) սերիմ (serim, γεννιέμαι).

Ρήμα[επεξεργασία]

cresco (la)

  1. γίνομαι, φύομαι
  2. αυξάνομαι
  3. ψηλώνω

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]