Μετάβαση στο περιεχόμενο

cricket

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cricket crickets

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cricket (en)

  1. (μη μετρήσιμο, αθλητισμός) το κρίκετ
  2. (έντομο) το τριζόνι, ο γρύλος