critic
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| critic | critics |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]critic (en)
- (επάγγελμα) ο/η κριτικός
a music critic - μουσικός κριτικός
- ο επικριτής, η επικρίτρια
a harsh critic of others - αυστηρός επικριτής των άλλων