criticism
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| criticism | criticisms |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]criticism (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η κριτική, η επίκριση, η έκφραση δυσμενούς κρίσης ή γενικά άποψης για κάποιον ή για κάτι
savage/unfair/constructive criticism - άγρια/άδικη/εποικοδομητική κριτική
The prime minister responded to the opposition’s criticisms.
- Στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης απάντησε ο πρωθυπουργός.
- (μη μετρήσιμο) η κριτική, η κρίση που εκφέρεται ως αξιολόγηση έργων πνευματικής δημιουργίας
literary criticism - φιλολογική κριτική