crocus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crocus (en)

  1. κρόκος

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crocus (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. το φυτό κρόκος

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crocus (it)

  1. κρόκος