Μετάβαση στο περιεχόμενο

crosswalk

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
crosswalk crosswalks

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
crosswalk < cross + walk

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

crosswalk (en)