crowded

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

crowded < crowd

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɹaʊdɪd/

Επίθετο[επεξεργασία]

crowded (en)

  1. κοσμοβριθής
  2. γεμάτος
    The stadium was crowded. There was not one free seat.
    Το γήπεδο ήταν γεμάτο. Δεν υπήρχε μία ελεύθερη θέση.