Μετάβαση στο περιεχόμενο

crude oil

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
crude oil <  δείτε τις λέξεις crude και oil

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

crude oil (en) (μη μετρήσιμο)

  • το αργό πετρέλαιο
    παράδειγμα  Thousands of gallons of crude oil were spilled into the ocean.
    Χιλιάδες γαλόνια αργού πετρελαίου χύθηκαν στον ωκεανό.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • crude oil στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια