crystallize
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | crystallize |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | crystallizes |
| αόριστος | crystallized |
| παθητική μετοχή | crystallized |
| ενεργητική μετοχή | crystallizing |
crystallize (en) (αμερικανική γραφή)