Μετάβαση στο περιεχόμενο

crystallize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας crystallize
γ΄ ενικό ενεστώτα crystallizes
αόριστος crystallized
παθητική μετοχή crystallized
ενεργητική μετοχή crystallizing

crystallize (en) (αμερικανική γραφή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]