cud

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʦ̑ut/
cud 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cud (pl) αρσενικό

  1. (θρησκεία), (κοινά) το θαύμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]