cuistance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cuistance cuistances

cuistance (fr) θηλυκό

  1. κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, χώρος πίσω από τα χαρακώματα όπου έφτιαχναν το φαγητό
  2. η κουζίνα
     συνώνυμα: cantine, réfectoire, (αργκό) cantoche
  3. το γεύμα, το φαγητό
     συνώνυμα: becquetance, (λαϊκότροπο) bouffe, tambouille