culmination
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| culmination | culminations |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]culmination (fr) θηλυκό
- η κορύφωση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]culmination (en)
- το αποκορύφωμα, το μεσουράνημα