culot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

culot < cul

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ky.lo/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
culot culots

culot (fr) αρσενικό

  1. ο πάτος, το κάτω μέρος ορισμένων αντικειμένων· ο πυθμένας μιας λυχνίας της εκκλησίας· μεταλλικός πάτος· το μέρος ενός λαμπτήρα που στερεώνεται στο ντουί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: fond
  2. το κατακάθι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: dépôt, résidu
  3. η ιλύς μιας πίπας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συγγενικά: culotter
  4. (παρωχημένο) ο τελευταίος μαθητής μιας τάξης· αυτός που προσλαμβάνεται τελευταίος σε έναν διαγωνισμό
  5. (οικείο) το θράσος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: aplomb, audace, effronterie, insolence, impertinence, toupet, (οικείο) esbroufe
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συγγενικά: culotté

Εκφράσεις[]