cultivator

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cultivator (ro) αρσενικό

  1. ο καλλιεργητής

Κλίση[επεξεργασία]