curb
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| curb | curbs |
curb (en)
- το κράσπεδο του πεζοδρομίου
The car hit the curb and burst a tire.
- Το αυτοκίνητο προσέκρουσε στο κράσπεδο και έσπασε το λάστιχο.
He accidentally ran over the curb while backing the car out.
- Κατά λάθος ανέβηκε στο πεζοδρόμιο ενώ έκανε όπισθεν με το αυτοκίνητο.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | curb |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | curbs |
| αόριστος | curbed |
| παθητική μετοχή | curbed |
| ενεργητική μετοχή | curbing |
curb (en)
- (μεταβατικό) περιορίζω, συγκρατώ κάτι, ειδικά κάτι κακό
We must curb the consumption of electricity/oil.
- Πρέπει να περιορίσουμε την κατανάλωση ρεύματος/πετρελαίου.
We are curbing inflation.
- Συγκρατούμε τον πληθωρισμό.