Μετάβαση στο περιεχόμενο

curb

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
curb curbs

curb (en)

  • το κράσπεδο του πεζοδρομίου
    παράδειγμα  The car hit the curb and burst a tire.
    Το αυτοκίνητο προσέκρουσε στο κράσπεδο και έσπασε το λάστιχο.
    παράδειγμα  He accidentally ran over the curb while backing the car out.
    Κατά λάθος ανέβηκε στο πεζοδρόμιο ενώ έκανε όπισθεν με το αυτοκίνητο.
ενεστώτας curb
γ΄ ενικό ενεστώτα curbs
αόριστος curbed
παθητική μετοχή curbed
ενεργητική μετοχή curbing

curb (en)

  • (μεταβατικό) περιορίζω, συγκρατώ κάτι, ειδικά κάτι κακό
    παράδειγμα  We must curb the consumption of electricity/oil.
    Πρέπει να περιορίσουμε την κατανάλωση ρεύματος/πετρελαίου.
    παράδειγμα  We are curbing inflation.
    Συγκρατούμε τον πληθωρισμό.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]