curent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

curent (ro) αρσενικό

  1. το ρεύμα

Κλίση[επεξεργασία]