curfew

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

curfew < παλαιά γαλλική cuevre-fu

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

curfew (en)

  1. χρονικός περιορισμός κυκλοφορίας· η απαγόρευση της κυκλοφορίας κάποιες συγκεκριμένες ώρες λόγω ειδικής στρατιωτικής ή πολιτικής κατάστασης
  2. (ιστορία) κανονισμός που ίσχυε σε μερικές πόλεις στη Μεσαιωνική Ευρώπη σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε οι κάτοικοι να γυρίζουν στα σπίτια τους και να σβήνουν τις φωτιές και το φωτισμό μετά από κάποια συγκεκριμένη ώρα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

lockdown: αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας ή/και περιορισμός· ενίοτε επιτρέπεται η μετακίνηση με άδεια για ειδικό σκοπό (σχεδόν πάντα προβλεπόμενο)