curse word
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| curse word | curse words |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]curse word (en)
- η βρισιά
Don’t speak to him with curse words.
- Μην του μιλάς με βρισιές.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τον όρο swear word