cursor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cursor (en)

  1. ο δείκτης στα όργανα μέτρησης
  2. (πληροφορική) ο κέρσορας, ο δείκτης του σημείου που θα γίνει εισαγωγή αυτού που θα πληκτρολογηθεί
  3. (πληροφορική), (GUI) ο δρομέας, ο κέρσορας, ο δείκτης
     συνώνυμα: pointer