cursum
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]cursum (la)
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]cursum (la)
- ονομαστική και αιτιατική και κλητική ενικού του ουδετέρου της μετοχής cursus
- αιτιατική ενικού του αρσενικού της ίδιας μετοχής
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]cursum (la)
- αιτιατική ενικού του cursus