cuss
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | cuss |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | cusses |
| αόριστος | cussed |
| παθητική μετοχή | cussed |
| ενεργητική μετοχή | cussing |
Ρήμα
[επεξεργασία]cuss (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο)
| ενεστώτας | cuss |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | cusses |
| αόριστος | cussed |
| παθητική μετοχή | cussed |
| ενεργητική μετοχή | cussing |
cuss (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο)