Μετάβαση στο περιεχόμενο

cuss

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας cuss
γ΄ ενικό ενεστώτα cusses
αόριστος cussed
παθητική μετοχή cussed
ενεργητική μετοχή cussing

cuss (en) (μεταβατικό & αμετάβατο, ανεπίσημο)

  • βρίζω, βλαστημώ
    παράδειγμα  He started shouting and cussing.
    Άρχισε να φωνάζει και να βρίζει.
    παράδειγμα  She cussed at me obscenely./She cussed me out obscenely.
    Με έβρισε χυδαία.
    παράδειγμα  He started cussing because everything was going wrong for him.
    Άρχισε να βλαστημάει, γιατί του πήγαιναν όλα στραβά.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη swear