cut off

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας cut off
γ΄ ενικό ενεστώτα cuts off
αόριστος cut off
παθητική μετοχή cut off
ενεργητική μετοχή cutting off

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: cut και off

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

cut off (en)

  1. κόβω, αποκόπτω
  2. κόβω, αποκόπτω (απομονώνω)
  3. κόβω (σταματώ κάτι απότομα)
  4. κόβω (διακόπτω)
  5. κόβω (κάνω ελιγμό)