cuvée

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cuvée cuvées

cuvée (fr) θηλυκό

  1. η ποσότητα κρασιού που γίνεται σε μία δεξαμενή
  2. μίξη από διάφορα κρασιά