cyclique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
cyclique cycliques

Επίθετο

[επεξεργασία]

cyclique (fr) αρσενικό ή θηλυκό