cyklista

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) cyklista cykliści
γενική (dopełniacz) cyklisty cyklistów
δοτική (celownik) cykliście cyklistom
αιτιατική (biernik) cyklistę cyklistów
οργανική (narzędnik) cyklistą cyklistami
τοπική (miejscownik) cykliście cyklistach
κλητική (wołacz) cyklisto cykliści

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cyklista (pl) αρσενικό

  1. ο ποδηλάτης

Ταυτόσημο[επεξεργασία]



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cyklista (cs) αρσενικό

  1. ο ποδηλάτης