człowiek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική człowiek ludzie
γενική człowieka ludzi
δοτική człowiekowi ludziom
αιτιατική człowieka ludzi
οργανική człowiekiem ludźmi
τοπική człowieku ludziach
κλητική człowieku ludzie

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

człowiek 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

człowiek (pl) αρσενικό

  1. ο άνθρωπος