człowiek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική człowiek ludzie
γενική człowieka ludzi
δοτική człowiekowi ludziom
αιτιατική człowieka ludzi
οργανική człowiekiem ludźmi
τοπική człowieku ludziach
κλητική człowieku ludzie

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

człowiek (pl) αρσενικό