dáma

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dáma (cs) θηλυκό

  1. η κυρία (ευγενής χαρακτηρισμός για γυναίκα)
  2. η ντάμα



Φεροϊκά (fo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

dáma (fo)