Μετάβαση στο περιεχόμενο

dáma

Από Βικιλεξικό

Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dáma (cs) θηλυκό

  1. η κυρία (ευγενής χαρακτηρισμός για γυναίκα)
  2. η ντάμα



Φεροϊκά (fo)

[επεξεργασία]

dáma (fo)