déballer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.ba.le/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

déballer (fr)

  1. αφαιρώ τη συσκευασία, ανοίγω
    venez déballer vos cadeaux ! ελάτε να ανοίξετε τα δώρα σας!
    αντώνυμα: emballer
  2. (οικείο) αδειάζω, αραδιάζω
    il faut déballer tous les cartons de déménagement - πρέπει να αδειάσουμε όλα τα κιβώτια της μετακόμισης
  3. (οικείο) φανερώνω κάτι μυστικό, αραδιάζω
    il a commencé à déballer tous mes secrets - άρχισε να αραδιάζει όλα μου τα μυστικά
    συνώνυμα: confesser, dévoiler, s'épancher, s'ouvrir, vider son sac
    αντώνυμα: taire