Μετάβαση στο περιεχόμενο

débardeur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
débardeur débardeurs

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
débardeur < débarder + -eur

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /de.baʁ.dœʁ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

débardeur (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) ο φορτοεκφορτωτής αυτοκινήτου, πλοίου, κλπ.
  2. το κοντό εφαρμοστό φανελάκι, χωρίς μανίκια
  3. (τεχνολογία) ο εργάτης που μεταφέρει ξύλα στο πριόνι ή πέτρες σε λατομείο