débardeur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| débardeur | débardeurs |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /de.baʁ.dœʁ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]débardeur (fr) αρσενικό
- (παρωχημένο) ο φορτοεκφορτωτής αυτοκινήτου, πλοίου, κλπ.
- το κοντό εφαρμοστό φανελάκι, χωρίς μανίκια
- (τεχνολογία) ο εργάτης που μεταφέρει ξύλα στο πριόνι ή πέτρες σε λατομείο