déboutonner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.bu.tɔ.ne/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

déboutonner (fr)

  1. ξεκουμπώνω
    συνώνυμα: défaire, dégrafer, détacher

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

manger à ventre déboutonné - τρώω λαίμαργα
rire à ventre déboutonné - γελάω με την καρδιά μου