décapage
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| décapage | décapages |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- décapage < décaper
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεκαπάζ (με διαφορετική σημασία)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]décapage (fr) αρσενικό
- η απόξεση, το ξύσιμο μιας μεταλλικής επιφάνειας για να βγει η σκουριά, η μπογιά, το βερνίκι... που την καλύπτουν
- (μεταφορικά) το ξεσκούριασμα μιας επιφάνειας
- (κατ’ επέκταση) ο καθαρισμός μιας επιφάνειας
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη décaper